Είναι μεσημέρι. Κοιμόμουν (μάλλον) και με ξύπνησε το φως του
ήλιου που έμπαινε από το μισοκλεισμένο παντζούρι. Άνοιξα τα μάτια μου και σε
είχα δίπλα μου. Κοιμόσουν και εγώ απλά σε κοιτούσα και σκεφτόμουν πως αν
ξυπνούσες και με έβλεπες θα «τρόμαζες» και θα με κορόιδευες. Χαμογέλασα και
ξανακοιμηθήκα.
Είναι πρωί, 8.11. Είμαι στο κρεβάτι μου και πρέπει να σηκωθώ.
Είναι απογευματάκι. Έχω τα μάτια μου κλειστά και νιώθω έναν
έντονο αέρα να χτυπάει το πρόσωπό μου με μεγάλη ταχύτητα. Ανοίγω τα μάτια και
βλέπω πως σε κρατάω από η μέση σφιχτά, το κεφάλι μου ξαπλωμένο στην πλάτη σου.
Θέλω να σου δώσω ένα φιλί στο λαιμό αλλά φοράς το κράνος σου. Ξανακλείνω τα
μάτια μου και σε σφίγγω πιο πολύ.
Είναι πρωί, 8.37. Είμαι στο αστικό και πηγαίνω νοσοκομείο.
Είναι βράδυ. Στέκομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω τα αστέρια. Έρχεσαι
από πίσω μου και με πιάνεις με το ένα χέρι από τη μέση και με το άλλο μου
γυρνάς το κεφάλι για να μου δώσεις ένα φιλί στο μάγουλο. Σου χαζογελάω και
καθόμαστε εκεί για μερικά δευτερόλεπτα. Κλείνω τα μάτια μου καθώς νιώθω το άγγιγμά σου κάτω από την μπλούζα μου να προχωράει από τη μέση στο στήθος μου.
Είναι πρωί, 9.25. Είμαι στο θάλαμο και φοράω ιατρική ποδιά.
Είναι ξημερώματα. Κάθομαι στον καναπέ και χαζεύω στο κινητό
μου. Είσαι ξαπλωμένος απέναντί μου κάνοντας το ίδιο πράγμα. Ξέρεις πόσο με
εκνευρίζει. Πετάγομαι από το καναπέ, σκαρφαλώνω πάνω σου, σου παίρνω το κινητό
από τα χέρια και σε φιλάω στο στόμα. Παίρνεις το κεφάλι μου στα χέρια σου και
μου λες «είσαι ό,τι πιο όμορφο έχω». Κλείνω τα μάτια μου και επαναλαμβάνω αυτές
τις λέξεις από μέσα μου.
Είναι πρωί, 11.32. Είμαι στην αίθουσα διδασκαλίας και
παρακολουθώ διάλεξη.
Είναι πάλι βράδυ, αργά. Βάζω το κλειδί στην πόρτα και μπαίνω
στο σπίτι. Είμαι κουρασμένη. Πολύ κουρασμένη. Πετάω τα ρούχα μου όπως να ναι
και τρέχω στο κρεβάτι, να ξαπλώσω μέσα στην αγκαλιά σου. Κουρνιάζω σα μικρό
παιδάκι, πουθενά δεν νιώθω πιο ασφαλής, πιο ήρεμη, πιο ευτυχισμένη. Μου λες «τα
παιδιά σε περίμεναν για καληνύχτα».
Είναι μεσημέρι, 12.45. Είμαι στο κυλικείο της σχολής και
διαβάζω ένα βιβλίο.
Είναι απόγευμα. Μπαίνουμε στο σπίτι και εγώ έχω πάλι
λαχανιάσει από τις σκάλες. «Το βασανιστηρίο του ντιλιβερά», σου λέω και σκάμε
στα γέλια. Βγάζω παπούτσια και ξαπλώνω στον καναπέ. Κάθεσαι δίπλα μου και με
χαζεύεις. Σου λέω «5 λεπτά, και θα ξυπνήσω». Γελάς γιατί ξέρεις ότι τα 5 λεπτά
μου δεν είναι ποτέ πέντε. Κοιμάμαι, δε σου αφήνω το χέρι.
Είναι μεσημέρι, 15.18. Είμαι στο εργαστήριο φαρμακολογίας
και παίρνουμε παρουσίες.
Πάλι αποκοιμήθηκα για τρία δευτερόλεπτα.
Πάλι το μυαλό μου ταξίδεψε στο παρελθόν (ή και το μέλλον).
Το «τώρα» αν δεν είμαστε μαζί, δεν έχει υπόσταση.
