Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

Μόνο τα νύχια σου μεγαλώνουν.


Απρόβλεπτες συναντήσεις μέσα στο σκοτάδι και εσύ να μη συμμετέχεις πουθενά.

Το κρύο να τρυπάει το δέρμα σου και να αγγίζει τα εσωτερικά σου όργανα.

Περπατάς πάνω σε δρόμους φτιαγμένους από κομμένα νύχια ποδιών.

Σταμάτα για τρία λεπτά και σκέψου πώς θα αποτύπωνες στο χαρτί τις παρακάτω λέξεις: όνειρο, εξόγκωμα, παραπατώ. Κολλάς μια φωτογραφία σου σε ένα άδειο φύλλο χαρτί.

Σκόρπιες σκέψεις γραμμένες πάνω σε μπλοκάκια με ιατρικές σημειώσεις καθώς ξαπλώνεις στο πάτωμα και μυρίζεις το χαλί.

Καμιά φορά, αν κλείσεις το ένα σου μάτι, θα νιώσεις ένα δάχτυλο με νύχι μεγάλο και μυτερό, να μπαίνει στο κρανίο σου και να γαργαλάει τις έλικες του εγκεφάλου σου.

Σηκώνεσαι απότομα από το κρεβάτι, ζαλίζεσαι και χτυπάς το κεφάλι σου στο τραπεζάκι με  το λαμπατέρ. Βλέπεις όρκες να κολυμπάνε από πάνω σου για τρία δευτερόλεπτα. Ξαναχτυπάς το κεφάλι σου στο τραπεζάκι με το λαμπατέρ.

Κοιτάς από ψηλά έναν καθρέφτη που έχει πέσει στο δρόμο – πάνω στα νύχια. Άμα δεν προσέξεις πολύ μπορεί να πέσεις μέσα. Και μετά άντε να βγεις από κει.

Παίρνεις ένα πριόνι να κόψεις το δένδρο που σκάλισες πάνω του «έλα να σβήσουμε το σκοτάδι» και αντί να πέσει ο κορμός, πέφτει το έδαφος. Κι εσύ μαζί του.

Σε παίρνει τηλέφωνο μια φίλη ξεχασμένη και σου λέει πως γράψανε τ’ όνομά σου στις εφημερίδες. Το βρίσκεις εύκολα, είναι πάνω-πάνω στις αγγελίες θανάτου.


Όσο κοιτάς το ταβάνι, δεν αλλάζει τίποτα. Μόνο τα νύχια σου μεγαλώνουν.

Για όλα υπάρχει η πρώτη φθορά.

Μη σταματήσεις να με κοιτάς, θα πέσω.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Εσύ πώς κοιμάσαι;

Εσύ πώς νιώθεις;
Όταν κοιμάσαι.
Όταν κοιμάσαι στο μαλακό σου στρώμα.
Και κάπου αλλού, πιο κοντά απ'ότι νομίζεις,
Οι άνθρωποι δε φουσκώνουν μπαλόνια,
αλλά λογαριασμούς σε τράπεζες.
Οι νέοι δε μετράνε τα παγωτά που έφαγαν το καλοκαίρι,
αλλά τα "λάικς" στις φωτογραφίες τους.
Τα παγκάκια δε γεμίζουν από αγαπημένα ζευγαράκια,
αλλά από άστεγους διαφόρων ηλικιών.
Οι εργάτες κερδίζουν αδικία και εκμετάλλευση,
και χάνουν δικαιώματα και αξιοπρέπεια.
Το περιβάλλον δε γίνεται αρένα κυνηγητού για τα παιδιά,
αλλά εστία πυρηνικών δοκιμών.
Τα παιδιά δε πνίγονται στα χρωματιστά μπαλάκια του παιδότοπου,
αλλά στις θάλασσες της δήθεν γειτονικής χώρας.
Άνθρωποι βλέπουν να πέφτουν περισσότερες βόμβες,
παρά αστέρια από τον ουρανό.

Όταν συμβαίνουν όλα αυτά.
Εσύ, πώς κοιμάσαι;

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

(Αν)Επιθυμητη η βαυκαλιστικη συναινεση.

Σήμερα, έτσι για αλλαγή είπα να ανοίξω την τηλεόραση.
Ήθελα λίγο να μεταφερθώ σε άλλη διάσταση.
Ξέρεις σε εκείνη που πάνε να μας πουλήσουν για πραγματικότητα.
Σε κάθε κανάλι όλο και κάποιος έκλαιγε.
Η ηθοποιός που κέρδισε το όσκαρ,
Ο  πρωταγωνιστής στη σαπουνόπερα που τον απάτησε η γυναίκα του,
Η παρουσιάστρια που μέσω της εκπομπής της έσμιξε δυο δήθεν χαμένα αδέρφια.
Και εγώ προχτές που κοιτούσα επί ώρες φωτογραφίες με παραλίες γεμάτες από πνιγμένες ψυχές  αθώων συνανθρώπων,

Κρατήθηκα να μην κλάψω, γιατί φοβήθηκα πως θα πνιγούνε κι άλλοι μέσα στα δάκρυά μου. 


Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

Θέλω να μαλώνουμε.

Θέλω να μαλώνουμε συνέχεια.
Για το ζεστό –ή κρύο-  νερό στο μπάνιο.
Για τα χαρτιά που πετάς κάτω και όχι στον κάδο.
Για το τι θα παραγγείλουμε –μακαρόνια ή ποδήλατο.
Επειδή με ξυπνάς κάθε πέντε λεπτά τα βράδια που κοιμόμαστε μαζί.
Επειδή νυστάζω όλη μέρα.
Για το ποιος θα σηκωθεί να κλείσει τη σόμπα.
Για τα πιάτα που δεν πλένεις.
Για το πότε θα φύγεις.
Επειδή είμαι «τυχερή» και σου χαλάω τα τίτσου.
Επειδή τραγουδάς δυνατά και χτυπάς παλαμάκια.
Επειδή με ξυπνάς κάθε πρωί στις 9.30.
Για το ποιος αγαπάει τον άλλον πιο πολύ – εγώ πιο πολύ.
Θέλω να μαλώνουμε συνέχεια.
Θέλω να μαλώνουμε μαζί.


Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Kαι δηλαδή τι παραπάνω έχει ο ήλιος από μένα;
Αυτός τη νύχτα φεύγει, εγώ δεν το κουνάω ρούπι.


Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

Είναι πρωί.

Είναι μεσημέρι. Κοιμόμουν (μάλλον) και με ξύπνησε το φως του ήλιου που έμπαινε από το μισοκλεισμένο παντζούρι. Άνοιξα τα μάτια μου και σε είχα δίπλα μου. Κοιμόσουν και εγώ απλά σε κοιτούσα και σκεφτόμουν πως αν ξυπνούσες και με έβλεπες θα «τρόμαζες» και θα με κορόιδευες. Χαμογέλασα και ξανακοιμηθήκα.

Είναι πρωί, 8.11. Είμαι στο κρεβάτι μου και πρέπει να σηκωθώ.

Είναι απογευματάκι. Έχω τα μάτια μου κλειστά και νιώθω έναν έντονο αέρα να χτυπάει το πρόσωπό μου με μεγάλη ταχύτητα. Ανοίγω τα μάτια και βλέπω πως σε κρατάω από η μέση σφιχτά, το κεφάλι μου ξαπλωμένο στην πλάτη σου. Θέλω να σου δώσω ένα φιλί στο λαιμό αλλά φοράς το κράνος σου. Ξανακλείνω τα μάτια μου και σε σφίγγω πιο πολύ.

Είναι πρωί, 8.37. Είμαι στο αστικό και πηγαίνω νοσοκομείο.

Είναι βράδυ. Στέκομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω τα αστέρια. Έρχεσαι από πίσω μου και με πιάνεις με το ένα χέρι από τη μέση και με το άλλο μου γυρνάς το κεφάλι για να μου δώσεις ένα φιλί στο μάγουλο. Σου χαζογελάω και καθόμαστε εκεί για μερικά δευτερόλεπτα. Κλείνω τα μάτια μου καθώς νιώθω το άγγιγμά σου κάτω από την μπλούζα μου να προχωράει από τη μέση στο στήθος μου.

Είναι πρωί, 9.25. Είμαι στο θάλαμο και φοράω ιατρική ποδιά.

Είναι ξημερώματα. Κάθομαι στον καναπέ και χαζεύω στο κινητό μου. Είσαι ξαπλωμένος απέναντί μου κάνοντας το ίδιο πράγμα. Ξέρεις πόσο με εκνευρίζει. Πετάγομαι από το καναπέ, σκαρφαλώνω πάνω σου, σου παίρνω το κινητό από τα χέρια και σε φιλάω στο στόμα. Παίρνεις το κεφάλι μου στα χέρια σου και μου λες «είσαι ό,τι πιο όμορφο έχω». Κλείνω τα μάτια μου και επαναλαμβάνω αυτές τις λέξεις από μέσα μου.

Είναι πρωί, 11.32. Είμαι στην αίθουσα διδασκαλίας και παρακολουθώ διάλεξη.

Είναι πάλι βράδυ, αργά. Βάζω το κλειδί στην πόρτα και μπαίνω στο σπίτι. Είμαι κουρασμένη. Πολύ κουρασμένη. Πετάω τα ρούχα μου όπως να ναι και τρέχω στο κρεβάτι, να ξαπλώσω μέσα στην αγκαλιά σου. Κουρνιάζω σα μικρό παιδάκι, πουθενά δεν νιώθω πιο ασφαλής, πιο ήρεμη, πιο ευτυχισμένη. Μου λες «τα παιδιά σε περίμεναν για καληνύχτα».

Είναι μεσημέρι, 12.45. Είμαι στο κυλικείο της σχολής και διαβάζω ένα βιβλίο.

Είναι απόγευμα. Μπαίνουμε στο σπίτι και εγώ έχω πάλι λαχανιάσει από τις σκάλες. «Το βασανιστηρίο του ντιλιβερά», σου λέω και σκάμε στα γέλια. Βγάζω παπούτσια και ξαπλώνω στον καναπέ. Κάθεσαι δίπλα μου και με χαζεύεις. Σου λέω «5 λεπτά, και θα ξυπνήσω». Γελάς γιατί ξέρεις ότι τα 5 λεπτά μου δεν είναι ποτέ πέντε. Κοιμάμαι, δε σου αφήνω το χέρι.

Είναι μεσημέρι, 15.18. Είμαι στο εργαστήριο φαρμακολογίας και παίρνουμε παρουσίες.

Πάλι αποκοιμήθηκα για τρία δευτερόλεπτα.

Πάλι το μυαλό μου ταξίδεψε στο παρελθόν (ή και το μέλλον).


Το «τώρα» αν δεν είμαστε μαζί, δεν έχει υπόσταση.



Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

ασανσερ.

Σήμερα που γύρισα σπίτι, το ασανσέρ ήταν στον 4ο.
Πόσο γέλιο έχουμε ρίξει με αυτό το θέμα, θυμάσαι;
Είχα καιρό να το δω και ήθελα να γελάσω.
Στιγμιαία σκέφτηκα πως όλα έγιναν όπως παλιά.
Πως θα μπω στο σπίτι και θα στο στείλω σε μήνυμα
Και θα γελάσουμε παρέα.
Τα χείλη μου σχημάτισαν το χαμόγελο,
Αλλά τελικά δεν έβγαλα ήχο.
Τίποτα δεν ήταν όπως παλιά.
Εγώ ανέβηκα στο σπίτι και δεν σου έστειλα μήνυμα.
Και κάπως έτσι δεν έμαθες ποτέ για το ασανσέρ.
Και ούτε έμαθες ότι μου λείπεις μέχρι αηδίας.
Δεν χρειάζεται να το μάθεις.
Γιατί για μένα, το ξέρεις ήδη.
Γιατί μέσα στο μυαλό μου, οι σκέψεις μας είναι ακόμα συγχρονισμένες.
Δεν χρειάζεται να σου πω πως βγήκα.
Ούτε πού πήγα, ούτε με ποιους.
Το ξέρεις.
Το ξέρεις πως όταν γυρίσω και δω το ασανσέρ στον 4ο , θα χαμογελάσω επειδή σε σκέφτηκα.
Αλλά δεν ξέρεις πως όλα αυτά δεν έχουν πλάκα αν δεν είμαστε μαζί.
Ούτε και πόσο φοβάμαι ότι το σπίτι μας θα γίνει πάλι σπίτι μου.
Τώρα το λέω «σπίτι»- έτσι μετέωρο όπως και η σχέση μας.


Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

έκτακτη είδηση.

Καμιά φορά τα βράδια ξυπνάω απότομα γιατί νομίζω γίνεται σεισμός.

Σηκώνομαι πανικόβλητη, κοιτάζω γύρω μήπως έχει πέσει τίποτα κάτω να το σηκώσω,

Μήπως έσπασε κανένα ποτήρι, να προσέξω να μην πατήσω κάποιο γυαλί.

Ανοίγω και την πόρτα να δω μήπως κλείστηκε κανείς στο ασανσέρ.

Ησυχία.

Ξαναξαπλώνω και μόλις κλείσω τα μάτια ακούω μια φωνή σαν αυτές που λένε τις ειδήσεις των 8:



«Έκτακτη είδηση. Σεισμός κλίμακας 7 ρίχτερ σημειώθηκε σήμερα τα ξημερώματα σε διαμέρισμα του 5ου ορόφου κεντρικής πολυκατοικίας. Ο ιδιοκτήτης δε φαίνεται να έχει υποστεί κάποιον τραυματισμό, τουλάχιστον εμφανή. Οι σεισμολόγοι δεν απορρίπτουν την επανάληψη του συμβάντος και την επόμενη μέρα, ενώ πιθανοί είναι και οι μετασεισμοί. Τέλος, οι ειδικοί αναφέρουν πως επίκεντρο του σεισμού ήταν ένα σημείο 4,3 εκ. δεξιά της αορτικής βαλβίδας του ιδιοκτήτη. Οι γείτονες δε χρειάζεται να πανικοβληθούν καθώς το φαινόμενο θεωρήθηκε τοπικό. Για οτιδήποτε νεότερο θα διακόψουμε και πάλι το πρόγραμμα μας. Κυρίες και κύριοι, καλό σας βράδυ.» 


ΜΟΝΑΔΕΣ.

Μονάδα μέτρησης της ευτυχίας, η μοναξιά.

Μονάδα μέτρησης της μοναξιάς, η ησυχία.

Μονάδα μέτρησης της ησυχίας, ο θόρυβος της πόρτας πίσω σου.

Μονάδα μέτρησης του αέρα, η ανάσα σου στο σβέρκο μου.

Μονάδα μέτρησης του πανικού, οι μέρες που κάνεις να μου μιλήσεις.

Μονάδα μέτρησης της αφής, το χέρι σου στο στήθος μου.

Μονάδα μέτρησης του γέλιου, τα σαρδάμ που κάνω όταν σου μιλάω.

Μονάδα μέτρησης του ύπνου, τα όνειρα που σε ψάχνω.

Μονάδα μέτρησης της ζήλιας, τα πρόσωπα που βλέπεις πιο συχνά από μένα.

Μονάδα μέτρησης της αλήθειας, τα «σ’ αγαπώ» που σου ‘χω πει.

Μονάδα μέτρησης του πόνου, τα «σ’ αγαπώ» που μου ‘χεις πει.

Μη σταματήσεις να με κοιτάς, θα πέσω.


Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015

Γενική καθαριότητα.

Και έτσι που λες, πέρασε άλλη μια μέρα.
Κι εγώ τι έκανα, μου λες;
Θα σου πω εγώ.
Δεν έκανα τίποτα.
Ή μάλλον έκανα πολλά, αλλά και τίποτα.
Ξύπνησα στις 4 το μεσημέρι.
Πήγα για καφέ με κάτι φίλους και μετά για μπύρα.
Άραξα με έναν φίλο μου.
Πήγα βόλτα έναν σκύλο και μετά κοιμήθηκα με τον ιδιοκτήτη του.
Ξύπνησα την άλλη μέρα στις 9 παρά 20.
Καθάρισα όλο το σπίτι.
Σκούπισα, σφουγγάρισα, άλλαξα σεντόνια και τα λοιπά.
Ε δεν τα λες και λίγα.
Αλλά δεν έκανα κάτι.
Ξέχασα να σε σκεφτώ.
Ή μάλλον επέλεξα να μη σε σκεφτώ.
Από χτες, αποφεύγω συνεχώς την παρουσία σου στο μυαλό μου.
Είσαι εκεί –πάντα είσαι- αλλά σε αγνοώ.
Κι έτσι που λες, πέρασε κι άλλη μια μέρα.
Κι άλλη και μετά κι άλλη.
Κι εγώ εκεί, να μη σε σκέφτομαι, παρά μόνο τις πιο περίεργες ώρες.
Και μετά θυμήθηκα αυτή τη φράση:
«Φοβάμαι μήπως και συνηθίσω, έτσι από μακριά να σ’ αγαπώ.»
Α, έπιασε σκόνη πάλι αυτό το ράφι.

Και τι ωραίο σκυλί που έχει ο Γιώργος. 

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Η τελευταία φορά.

- Ποτέ ήταν η τελευταία φορά που άκουσες τη φωνή σου; Ποτέ ήταν η τελευταία φορά που περπατήσεις περισσότερο από τρία μέτρα; Ποτέ ήταν η τελευταία φορά που κοιτάξεις κάποιον άλλον εκτός από το είδωλο σου στον καθρέπτη; Ποτέ ήταν η τελευταία φορά που αγκάλιασες κάτι άλλο εκτός από το μαξιλάρι σου; Ποτέ ήταν η τελευταία φορά που άνοιξες τα παντζούρια στο δωμάτιο σου; Ποτέ ήταν η τελευταία φορά που βγήκες στο μπαλκόνι; Η τελευταία φορά που πέταξες τα σκουπίδια. Η τελευταία φορά που έκανες μπάνιο. Η τελευταία φορά που άνοιξες το φως στο σαλόνι. - Δεν θυμάμαι. - Ήταν τη μέρα που γύρισα, Ν. - Α ναι. Και; - Αν δε με διώξεις δεν θα φύγω ποτέ. - Το ξέρω. - Αρα; - Το βάρος σου είναι 7 φορές μεγαλύτερο από το δικό μου και το σχήμα σου τόσο ακανόνιστο. Δεν μπορώ ούτε να σε πιάσω ούτε να σε σηκώσω. - Ξεχνάς κάτι. - Τι; - Ζω μέσα σου. - Α ναι. Και;



Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

Σημερινό.

Ανήκουμε στη φάρα εκείνων
 που έχουν μάθει να πετάνε
 όχι για να είναι ελεύθεροι,
 αλλά για να μη λερώσουνε το χαλάκι.



Eσύ πού ήσoυν; vol.5

Όταν εγώ έπρεπε να διαβάσω ξανά εκείνες της γαμημένες σελίδες ανατομίας εν μέσω εξεταστικής και βαριόμουν και αντί γι’ αυτό άνοιξα το λάπτοπ, έγραψα πάλι δυο στιχάκια για σένα, χάζεψα κάτι παλιές μας φωτογραφίες, εκείνες που ήμασταν 17 ακόμα και λέγαμε αυτό το πονηρό και οδυνηρό «για πάντα» και μετά άνοιξα το παράθυρο και σκαρφάλωσα για να βγω στο μπαλκόνι , έτσι, όχι από την πόρτα γιατί ήθελα να νιώσω και στην πράξη αυτό το αίσθημα που έχω μέρες τώρα, ότι τάχα είμαι μικρή και δεν χωράω πουθενά μοναχά μέσα στα μάτια σου και κάτω από το στήθος σου, κοίταξα τη θάλασσα και για μια στιγμή σε ξέχασα και δεν μπόρεσα να καταλάβω αν ήμουν ευτυχισμένη ή δυστυχισμένη μ’ αυτό, μετά προχώρησα στην άκρη, κοίταξα κάτω, σκέφτηκα για ένα διάρκειας δευτερολέπτου δευτερόλεπτο να πηδήξω, άλλαξα γνώμη, κοίταξα πάνω, χαμογέλασα στ’ αστέρια- ή και σε σένα, το ίδιο κάνει, αποφάσισα να γυρίσω στο δωμάτιο, πάτησα κάτι νερά, έβρισα την κάλτσα μου που βράχηκε, ξάπλωσα με το ένα πόδι γυμνό, δεν κοιμήθηκα.

Εσύ πού ήσουν; vol.4



Όταν εγώ βαριόμουν μέσα στο δωμάτιο μου, μόνη, στο άδειο σπίτι, στεκόμουν μπροστά από τον ολόσωμο καθρέπτη και χάζευα τις κόκκινες φλεβίτσες στο άσπρο των ματιών μου και έλεγα πως είναι ποτάμια με παραποτάμους  και δέλτα που έριξαν ένα πρωί μέσα τους κόκκινη μπογιά για να μοιάζουν με αίμα γιατί το θέλουμε τελικά το δράμα και την τραγωδία και μετά ξάπλωσα στο στρώμα, πάνω στα σεντόνια τα παιδικά, γυμνή, να κοιτάω το φως και να λέω πως είναι ο ήλιος και να χαίρομαι αλλά τελικά πιο πολύ στεναχωρέθηκα, μιζέριασα, σκέφτηκα να καπνίσω, έστριψα τσιγάρο, το άναψα, κοίταξα τον καπνό που έβγαινε, φαντάστηκα πως σχηματίζει ένα δράκο που τον καβαλάει μια κοπέλα με μαλλί Μέριλιν Μονρόε, πήρα δυο ρουφιξιές, το έσβησα, ντύθηκα, ξάπλωσα.


Εσύ πού ήσουν; vol.3

Όταν εγώ γύριζα με τα πόδια από τη φίλη μου την Ειρήνη, μόνη, είχε πιαστεί ο ώμος μου από το λάπτοπ που κουβαλούσα και έξω είχε υγρασία γιατί έβρεξε για 10 λεπτά, ίσα-ίσα να αλλάξουν χρώμα οι δρόμοι και να δακρύσουνε τα δέντρα και να λερωθούν τα καινούρια μου σταράκια και μετά να κάνω πως φοβάμαι έτσι για να βρω μια δικαιολογία να σε πάρω τηλέφωνο, αλλά εσύ δεν μίλησες και εγώ νευρίασα, έκλαψα, προχώρησα πιο γρήγορα, σταύρωσα τα χέρια μου σαν 5χρονο, κουράστηκα, κάθισα στο πεζοδρόμιο, έκρυψα με το χέρι μου το φως από τη λάμπα του δρόμου, χάζεψα τ’αστέρια, χαμογέλασα, σ’έβρισα, το μετάνιωσα.

Εσύ πού ήσουν; vol.2

Όταν εγώ ταξίδευα με το λεωφορείο για το χωριό, μόνη, καθόμουν στη θέση 17 και είχα στα αριστερά μου το παράθυρο και στα δεξιά μια θεία που της φάνηκα γνωστή, χοντρή, με γκρι-μαύρα-άσπρα μαλλιά, με φλεβίτιδα στις γάμπες και τρίχες στο πιγούνι και με ρώτησε αυτό το χαρακτηριστικό «Τίνος είσαι εσύ;» και εγώ ταράχτηκα, νευρίασα και απάντησα «Εγώ δεν είμαι κανενός! Είμαι ελεύθερη! Ανήκω σε μένα!» και μετά όλοι άρχισαν να κοιτάζουν και να ψιθυρίζουν και να γελάνε και εγώ κοκκίνισα, κρύφτηκα στη θέση μου, έκλεισα τα μάτια, έβρισα τον εαυτό μου, δάκρυσα, σκουπίστηκα, φόρεσα τα ακουστικά, δεν έβαλα μουσική, σκέφτηκα, σηκώθηκα, κατέβηκα.


Eσύ πού ήσουν; vol.1



Όταν εγώ πέρασα μπροστά από την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, από εκείνο το σημέιο το τρομακτικό που φαίνονται οι πολλές κολόνες και είναι και το καντυλάκι αναμμένο και φωτίζει τα πλακάκια, τότε που σκόνταψα στο σπασμένο πεζοδρόμιο και αντί να σηκωθώ εγώ ξάπλωσα και μετά κουλουριάστηκα σε μια γωνία, μόνη, αγκάλιασα την κολόνα της  ΔΕΗ, τραγούδησα, έκλαψα, φώναξα, έβρισα το θεό, μέτρησα τ’αστέρια, μπερδεύτηκα, πιάστηκα, πόνεσα, σηκώθηκα.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

Αστείο.

Καμία φορά γελάω πολύ με τη ζωή.
Ξέρεις γιατί;
Γιατί όταν σε βλέπω, η καρδιά μου χτυπάει τόσο γρήγορα που νομίζω πως χάνει έναν χτύπο.
Αντί να κάνει ένα επαναλαμβανόμενο "ντουπ νταπ" κάνει μονάχα ένα γρήγορο "ντουπ ντουπ ντουπ..."
Γιατί όταν (μου) λείπεις η ώρα περνάει τόσο αργά που νομίζω πως τα ρολόγια κερδίζουν έναν χτύπο -και δύο και τρεις μη σου πω.
Αντί να κάνουν το χαρακτηριστικό "τικ τακ" κάνουν ένα ατέλειωτο "τικ τακ τουκ τοκ τεκ..."
Και με άλλη ορθογραφία μετά: "τεικ τακ τουκ τωκ ταικ..."
Και πάει λέγοντας.
Πόσο στενάχωρα αστείο. Ας γελάσω. 01/08/2015


Για τις πιο περίεργες ώρες.

Παρακαλώ ακολουθήστε πιστά τις παρακάτω οδηγίες:

Αναπνεύστε αργά από την μύτη για να μπορέσετε να ανιχνεύσετε όλες τις μυρωδιές του κόσμου.

Ανοίξτε το στόμα μόνο για να ουρλιάξετε.

Ανοίξτε τα μάτια μόνο για να δείτε το σκοτάδι.

Κλείστε τ’ αυτιά για να καταλάβετε τη διαφορά ανάμεσα στην ησυχία και τη μοναξιά.

Χαϊδέψτε με τ’ ακροδάχτυλα το γυμνό σας σώμα.

Έπειτα, βάλτε ένα μαύρο σεντόνι πάνω στον καθρέπτη και κοιταχτείτε καλά. Τι βλέπετε;

Γράψτε ένα ποίημα για τον έρωτα και ένα για την αλήθεια. Ποιο πόνεσε περισσότερο;

Κλάψτε αλλά μην σκουπίσετε τα δάκρυα, αφήστε τα να φτάσουν στο στόμα για να νιώσετε την αλμύρα.

Αν δεν νιώσετε καλύτερα, σημαίνει πως η συνταγή έπιασε.
Θέλω να με βάλουνε σε τεχνητό κώμα όπως κάνουν σ’ εκείνους που υποφέρουν από εγκαύματα τρίτου βαθμού. Δεν τους ξυπνάνε, λέει, γιατί δεν θ’ αντέξουν τον πόνο.

Εκείνη η μέρα

Εκείνη η μέρα μου άρεσε.
Μου άρεσε πολύ.
Θυμάσαι;
Τότε που είχα χαθεί.
Και ξαφνικά εμφανίστηκες μπροστά μου.
Έβαλες το χέρι στην τσέπη.
Έβγαλες ένα σακουλάκι με χρυσόσκονη,
Το άδειασες πάνω στην ανοιχτή παλάμη σου
και άφησες να το φυσήξει ο αέρας.
Κοίταξες προσεκτικά την κατεύθυνση της σκόνης
και μου είπες με απόλυτη σιγουριά :
"Από εκεί θα πας."
Και έτσι -τόσο απλά- δεν ένιωθα πια χαμένη.
Κοίταξα τη χρυσόσκονη που έκανε όλο το δρόμο να λαμπυρίζει 
Και έτσι απλά την ακολούθησα.
Γύρισα το κεφάλι μου να σου πω "ευχαριστώ",
αλλά εσύ είχες χαθεί.
Τώρα πια, στο σημείο που στεκόσουν,
Χόρευε ένα σμήνος από πυγολαμπίδες.
Εκείνη η μέρα μου άρεσε.
Μου άρεσε πολύ.
Θυμάσαι;

Αντιανεμικό

Πες μου λίγο πόσο σάπια είναι τα αντιανεμικά πράγματα.
Αντιανεμικό μπουφάν.
Γιατί;
Εγώ θέλω όταν περπατάω να νιώθω τον άνεμο παντού στο σώμα μου.
Θέλω να κρυώνω από τον άνεμο και να σφίγγω τα χέρια μου και να τρίζουν μετά τα δόντια μου.
Θέλω όταν κάνω ποδήλατο να ξυλιάζει το στήθος μου.
Θέλω όταν ακουμπάω το μπουφάν μου να μην μου θυμίζει μαύρη σακούλα σκουπιδιών.
Αντιανεμικός αναπτήρας.
Γιατί;
Εγώ θέλω όταν φυσάει να βάζω το χέρι μπροστά από το στόμα μου και να προστατεύω τη φλόγα.
Θέλω να προσπαθώ με τις ώρες να καταλάβω την κατεύθυνση του αέρα για να ανάψω ένα γαμημένο τσιγάρο.
Θέλω να βγάζει φουσκάλες ο αντίχειρας μου από τις αμέτρητες προσπάθειες να ανάψω τον αναπτήρα.
Θέλω να καίγεται το χέρι μου που προστατεύει τη φλόγα και να τρομάζω και να μου πέφτει το τσιγάρο στα νερά και μετά να βρίζω.

Ναι ρε θέλω να βρίζω και να εκνευρίζομαι και να κρυώνω.

Tα δάκρυα

Αυτές τις τελευταίες μέρες,
Όταν κλαίω δεν σκουπίζω πια τα μάτια μου.
Μου έχεις κάπως δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση ότι τα δάκρυα,
Είτε θα πέσουν στο πάτωμα και θα στάξουν πάνω σου,
Είτε θα εξατμιστούν και θα τα αναπνεύσεις.
Αλλά απ’ ότι φαίνεται τελικά, εσύ
Είτε φοράς αδιάβροχο,

Είτε μια μάσκα οξυγόνου.

Αναπτήρες

Προχτές κάτι έψαχνα στην τσάντα μου,
Και βρήκα σε μια θήκη 5 αναπτήρες διαφορετικού χρώματος.
Κάποιοι άναβαν, κάποιοι ήταν στα τελευταία τους, κάποιοι είχαν ήδη τελειώσει.
Ο πρώτος, ήτανε ροζ με πράσινο κουμπάκι.
Τον είχα ανταλλάξει μια μέρα με το Γιώργο για έναν μπλε.
Ο δεύτερος ήτανε γαλάζιος.
Τον είχα αγοράσει μαζί με τη Ροδάννα- πάντα γαλάζιους μαζί της.
Ο τρίτος ήτανε κόκκινος.
Τον είχα κλέψει από το Θάνο, επειδή μου έκλεψε τα χαρτάκια.
Ο τέταρτος ήτανε πορτοκαλί.
Τον είχα πάρει από ένα μαγαζί όταν είχα βγει με την Ειρήνη και την αδερφή μου.
Ο πέμπτος ήτανε άσπρος.
Αυτόν δεν θυμάμαι πώς τον απέκτησα.
Βλέπεις τώρα γιατί δεν θα κόψω το κάπνισμα;
Για τους αναπτήρες.
Κάθε ένας και μια μέρα από τη ζωή μου.
Πάντα μου άρεσε να συνδυάζω αντικείμενα με αναμνήσεις.
Και πόσο μάλλον τους αναπτήρες.
Οι αναπτήρες είναι η αντικειμενοποίηση της ζωής και του έρωτα.
Στην αρχή φωτιά δυνατή και ζεστή, πολύχρωμη,  βγάζει ακόμα και σπίθες.
Μετά, όσο πάει είναι μονάχα μπλε με λίγο πορτοκαλί στην άκρη και στο τέλος τίποτα.
Μιλάω για τους απλούς αναπτήρες.
Όχι για εκείνους που έχουν το κουμπάκι ρύθμισης έντασης της φωτιάς.
Αυτοί… μάλλον είναι για τους περίπλοκους ανθρώπους.
Ή τους καταδικασμένους.