Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

Σημερινό.

Ανήκουμε στη φάρα εκείνων
 που έχουν μάθει να πετάνε
 όχι για να είναι ελεύθεροι,
 αλλά για να μη λερώσουνε το χαλάκι.



Eσύ πού ήσoυν; vol.5

Όταν εγώ έπρεπε να διαβάσω ξανά εκείνες της γαμημένες σελίδες ανατομίας εν μέσω εξεταστικής και βαριόμουν και αντί γι’ αυτό άνοιξα το λάπτοπ, έγραψα πάλι δυο στιχάκια για σένα, χάζεψα κάτι παλιές μας φωτογραφίες, εκείνες που ήμασταν 17 ακόμα και λέγαμε αυτό το πονηρό και οδυνηρό «για πάντα» και μετά άνοιξα το παράθυρο και σκαρφάλωσα για να βγω στο μπαλκόνι , έτσι, όχι από την πόρτα γιατί ήθελα να νιώσω και στην πράξη αυτό το αίσθημα που έχω μέρες τώρα, ότι τάχα είμαι μικρή και δεν χωράω πουθενά μοναχά μέσα στα μάτια σου και κάτω από το στήθος σου, κοίταξα τη θάλασσα και για μια στιγμή σε ξέχασα και δεν μπόρεσα να καταλάβω αν ήμουν ευτυχισμένη ή δυστυχισμένη μ’ αυτό, μετά προχώρησα στην άκρη, κοίταξα κάτω, σκέφτηκα για ένα διάρκειας δευτερολέπτου δευτερόλεπτο να πηδήξω, άλλαξα γνώμη, κοίταξα πάνω, χαμογέλασα στ’ αστέρια- ή και σε σένα, το ίδιο κάνει, αποφάσισα να γυρίσω στο δωμάτιο, πάτησα κάτι νερά, έβρισα την κάλτσα μου που βράχηκε, ξάπλωσα με το ένα πόδι γυμνό, δεν κοιμήθηκα.

Εσύ πού ήσουν; vol.4



Όταν εγώ βαριόμουν μέσα στο δωμάτιο μου, μόνη, στο άδειο σπίτι, στεκόμουν μπροστά από τον ολόσωμο καθρέπτη και χάζευα τις κόκκινες φλεβίτσες στο άσπρο των ματιών μου και έλεγα πως είναι ποτάμια με παραποτάμους  και δέλτα που έριξαν ένα πρωί μέσα τους κόκκινη μπογιά για να μοιάζουν με αίμα γιατί το θέλουμε τελικά το δράμα και την τραγωδία και μετά ξάπλωσα στο στρώμα, πάνω στα σεντόνια τα παιδικά, γυμνή, να κοιτάω το φως και να λέω πως είναι ο ήλιος και να χαίρομαι αλλά τελικά πιο πολύ στεναχωρέθηκα, μιζέριασα, σκέφτηκα να καπνίσω, έστριψα τσιγάρο, το άναψα, κοίταξα τον καπνό που έβγαινε, φαντάστηκα πως σχηματίζει ένα δράκο που τον καβαλάει μια κοπέλα με μαλλί Μέριλιν Μονρόε, πήρα δυο ρουφιξιές, το έσβησα, ντύθηκα, ξάπλωσα.


Εσύ πού ήσουν; vol.3

Όταν εγώ γύριζα με τα πόδια από τη φίλη μου την Ειρήνη, μόνη, είχε πιαστεί ο ώμος μου από το λάπτοπ που κουβαλούσα και έξω είχε υγρασία γιατί έβρεξε για 10 λεπτά, ίσα-ίσα να αλλάξουν χρώμα οι δρόμοι και να δακρύσουνε τα δέντρα και να λερωθούν τα καινούρια μου σταράκια και μετά να κάνω πως φοβάμαι έτσι για να βρω μια δικαιολογία να σε πάρω τηλέφωνο, αλλά εσύ δεν μίλησες και εγώ νευρίασα, έκλαψα, προχώρησα πιο γρήγορα, σταύρωσα τα χέρια μου σαν 5χρονο, κουράστηκα, κάθισα στο πεζοδρόμιο, έκρυψα με το χέρι μου το φως από τη λάμπα του δρόμου, χάζεψα τ’αστέρια, χαμογέλασα, σ’έβρισα, το μετάνιωσα.

Εσύ πού ήσουν; vol.2

Όταν εγώ ταξίδευα με το λεωφορείο για το χωριό, μόνη, καθόμουν στη θέση 17 και είχα στα αριστερά μου το παράθυρο και στα δεξιά μια θεία που της φάνηκα γνωστή, χοντρή, με γκρι-μαύρα-άσπρα μαλλιά, με φλεβίτιδα στις γάμπες και τρίχες στο πιγούνι και με ρώτησε αυτό το χαρακτηριστικό «Τίνος είσαι εσύ;» και εγώ ταράχτηκα, νευρίασα και απάντησα «Εγώ δεν είμαι κανενός! Είμαι ελεύθερη! Ανήκω σε μένα!» και μετά όλοι άρχισαν να κοιτάζουν και να ψιθυρίζουν και να γελάνε και εγώ κοκκίνισα, κρύφτηκα στη θέση μου, έκλεισα τα μάτια, έβρισα τον εαυτό μου, δάκρυσα, σκουπίστηκα, φόρεσα τα ακουστικά, δεν έβαλα μουσική, σκέφτηκα, σηκώθηκα, κατέβηκα.


Eσύ πού ήσουν; vol.1



Όταν εγώ πέρασα μπροστά από την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, από εκείνο το σημέιο το τρομακτικό που φαίνονται οι πολλές κολόνες και είναι και το καντυλάκι αναμμένο και φωτίζει τα πλακάκια, τότε που σκόνταψα στο σπασμένο πεζοδρόμιο και αντί να σηκωθώ εγώ ξάπλωσα και μετά κουλουριάστηκα σε μια γωνία, μόνη, αγκάλιασα την κολόνα της  ΔΕΗ, τραγούδησα, έκλαψα, φώναξα, έβρισα το θεό, μέτρησα τ’αστέρια, μπερδεύτηκα, πιάστηκα, πόνεσα, σηκώθηκα.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

Αστείο.

Καμία φορά γελάω πολύ με τη ζωή.
Ξέρεις γιατί;
Γιατί όταν σε βλέπω, η καρδιά μου χτυπάει τόσο γρήγορα που νομίζω πως χάνει έναν χτύπο.
Αντί να κάνει ένα επαναλαμβανόμενο "ντουπ νταπ" κάνει μονάχα ένα γρήγορο "ντουπ ντουπ ντουπ..."
Γιατί όταν (μου) λείπεις η ώρα περνάει τόσο αργά που νομίζω πως τα ρολόγια κερδίζουν έναν χτύπο -και δύο και τρεις μη σου πω.
Αντί να κάνουν το χαρακτηριστικό "τικ τακ" κάνουν ένα ατέλειωτο "τικ τακ τουκ τοκ τεκ..."
Και με άλλη ορθογραφία μετά: "τεικ τακ τουκ τωκ ταικ..."
Και πάει λέγοντας.
Πόσο στενάχωρα αστείο. Ας γελάσω. 01/08/2015


Για τις πιο περίεργες ώρες.

Παρακαλώ ακολουθήστε πιστά τις παρακάτω οδηγίες:

Αναπνεύστε αργά από την μύτη για να μπορέσετε να ανιχνεύσετε όλες τις μυρωδιές του κόσμου.

Ανοίξτε το στόμα μόνο για να ουρλιάξετε.

Ανοίξτε τα μάτια μόνο για να δείτε το σκοτάδι.

Κλείστε τ’ αυτιά για να καταλάβετε τη διαφορά ανάμεσα στην ησυχία και τη μοναξιά.

Χαϊδέψτε με τ’ ακροδάχτυλα το γυμνό σας σώμα.

Έπειτα, βάλτε ένα μαύρο σεντόνι πάνω στον καθρέπτη και κοιταχτείτε καλά. Τι βλέπετε;

Γράψτε ένα ποίημα για τον έρωτα και ένα για την αλήθεια. Ποιο πόνεσε περισσότερο;

Κλάψτε αλλά μην σκουπίσετε τα δάκρυα, αφήστε τα να φτάσουν στο στόμα για να νιώσετε την αλμύρα.

Αν δεν νιώσετε καλύτερα, σημαίνει πως η συνταγή έπιασε.
Θέλω να με βάλουνε σε τεχνητό κώμα όπως κάνουν σ’ εκείνους που υποφέρουν από εγκαύματα τρίτου βαθμού. Δεν τους ξυπνάνε, λέει, γιατί δεν θ’ αντέξουν τον πόνο.

Εκείνη η μέρα

Εκείνη η μέρα μου άρεσε.
Μου άρεσε πολύ.
Θυμάσαι;
Τότε που είχα χαθεί.
Και ξαφνικά εμφανίστηκες μπροστά μου.
Έβαλες το χέρι στην τσέπη.
Έβγαλες ένα σακουλάκι με χρυσόσκονη,
Το άδειασες πάνω στην ανοιχτή παλάμη σου
και άφησες να το φυσήξει ο αέρας.
Κοίταξες προσεκτικά την κατεύθυνση της σκόνης
και μου είπες με απόλυτη σιγουριά :
"Από εκεί θα πας."
Και έτσι -τόσο απλά- δεν ένιωθα πια χαμένη.
Κοίταξα τη χρυσόσκονη που έκανε όλο το δρόμο να λαμπυρίζει 
Και έτσι απλά την ακολούθησα.
Γύρισα το κεφάλι μου να σου πω "ευχαριστώ",
αλλά εσύ είχες χαθεί.
Τώρα πια, στο σημείο που στεκόσουν,
Χόρευε ένα σμήνος από πυγολαμπίδες.
Εκείνη η μέρα μου άρεσε.
Μου άρεσε πολύ.
Θυμάσαι;

Αντιανεμικό

Πες μου λίγο πόσο σάπια είναι τα αντιανεμικά πράγματα.
Αντιανεμικό μπουφάν.
Γιατί;
Εγώ θέλω όταν περπατάω να νιώθω τον άνεμο παντού στο σώμα μου.
Θέλω να κρυώνω από τον άνεμο και να σφίγγω τα χέρια μου και να τρίζουν μετά τα δόντια μου.
Θέλω όταν κάνω ποδήλατο να ξυλιάζει το στήθος μου.
Θέλω όταν ακουμπάω το μπουφάν μου να μην μου θυμίζει μαύρη σακούλα σκουπιδιών.
Αντιανεμικός αναπτήρας.
Γιατί;
Εγώ θέλω όταν φυσάει να βάζω το χέρι μπροστά από το στόμα μου και να προστατεύω τη φλόγα.
Θέλω να προσπαθώ με τις ώρες να καταλάβω την κατεύθυνση του αέρα για να ανάψω ένα γαμημένο τσιγάρο.
Θέλω να βγάζει φουσκάλες ο αντίχειρας μου από τις αμέτρητες προσπάθειες να ανάψω τον αναπτήρα.
Θέλω να καίγεται το χέρι μου που προστατεύει τη φλόγα και να τρομάζω και να μου πέφτει το τσιγάρο στα νερά και μετά να βρίζω.

Ναι ρε θέλω να βρίζω και να εκνευρίζομαι και να κρυώνω.

Tα δάκρυα

Αυτές τις τελευταίες μέρες,
Όταν κλαίω δεν σκουπίζω πια τα μάτια μου.
Μου έχεις κάπως δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση ότι τα δάκρυα,
Είτε θα πέσουν στο πάτωμα και θα στάξουν πάνω σου,
Είτε θα εξατμιστούν και θα τα αναπνεύσεις.
Αλλά απ’ ότι φαίνεται τελικά, εσύ
Είτε φοράς αδιάβροχο,

Είτε μια μάσκα οξυγόνου.

Αναπτήρες

Προχτές κάτι έψαχνα στην τσάντα μου,
Και βρήκα σε μια θήκη 5 αναπτήρες διαφορετικού χρώματος.
Κάποιοι άναβαν, κάποιοι ήταν στα τελευταία τους, κάποιοι είχαν ήδη τελειώσει.
Ο πρώτος, ήτανε ροζ με πράσινο κουμπάκι.
Τον είχα ανταλλάξει μια μέρα με το Γιώργο για έναν μπλε.
Ο δεύτερος ήτανε γαλάζιος.
Τον είχα αγοράσει μαζί με τη Ροδάννα- πάντα γαλάζιους μαζί της.
Ο τρίτος ήτανε κόκκινος.
Τον είχα κλέψει από το Θάνο, επειδή μου έκλεψε τα χαρτάκια.
Ο τέταρτος ήτανε πορτοκαλί.
Τον είχα πάρει από ένα μαγαζί όταν είχα βγει με την Ειρήνη και την αδερφή μου.
Ο πέμπτος ήτανε άσπρος.
Αυτόν δεν θυμάμαι πώς τον απέκτησα.
Βλέπεις τώρα γιατί δεν θα κόψω το κάπνισμα;
Για τους αναπτήρες.
Κάθε ένας και μια μέρα από τη ζωή μου.
Πάντα μου άρεσε να συνδυάζω αντικείμενα με αναμνήσεις.
Και πόσο μάλλον τους αναπτήρες.
Οι αναπτήρες είναι η αντικειμενοποίηση της ζωής και του έρωτα.
Στην αρχή φωτιά δυνατή και ζεστή, πολύχρωμη,  βγάζει ακόμα και σπίθες.
Μετά, όσο πάει είναι μονάχα μπλε με λίγο πορτοκαλί στην άκρη και στο τέλος τίποτα.
Μιλάω για τους απλούς αναπτήρες.
Όχι για εκείνους που έχουν το κουμπάκι ρύθμισης έντασης της φωτιάς.
Αυτοί… μάλλον είναι για τους περίπλοκους ανθρώπους.
Ή τους καταδικασμένους.