Όταν εγώ γύριζα με τα πόδια από τη φίλη μου την Ειρήνη,
μόνη, είχε πιαστεί ο ώμος μου από το λάπτοπ που κουβαλούσα και έξω είχε υγρασία
γιατί έβρεξε για 10 λεπτά, ίσα-ίσα να αλλάξουν χρώμα οι δρόμοι και να
δακρύσουνε τα δέντρα και να λερωθούν τα καινούρια μου σταράκια και μετά να κάνω
πως φοβάμαι έτσι για να βρω μια δικαιολογία να σε πάρω τηλέφωνο, αλλά εσύ δεν μίλησες
και εγώ νευρίασα, έκλαψα, προχώρησα πιο γρήγορα, σταύρωσα τα χέρια μου σαν
5χρονο, κουράστηκα, κάθισα στο πεζοδρόμιο, έκρυψα με το χέρι μου το φως από τη
λάμπα του δρόμου, χάζεψα τ’αστέρια, χαμογέλασα, σ’έβρισα, το μετάνιωσα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου